Ξυπνούσα παλιά πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Όχι επειδή ήμουν έτοιμη να σηκωθώ, αλλά επειδή το μυαλό μου δεν με άφηνε να ξεκουραστώ. Άνοιγα τα μάτια μου και για λίγα δευτερόλεπτα κοίταζα το ταβάνι, σαν να περίμενα κάτι κακό να συμβεί. Η σιωπή του δωματίου δεν με ηρεμούσε με βάραινε. Ήταν γεμάτη σκέψεις που δεν ήξερα πού να ακουμπήσω. Σκέψεις για το πώς θα με δουν οι άλλοι, για το αν θα πω κάτι λάθος, για το αν είμαι αρκετή όπως είμαι.
Οι άνθρωποι γύρω μου νόμιζαν πως με ξέρουν. Με έβλεπαν, μιλούσαν μαζί μου, γελούσαν δίπλα μου. Μα δεν ήξεραν τι γινόταν μέσα μου. Δεν ήξεραν πόσο διαφορετικά ένιωθα. Δεν ήξεραν πως πολλές φορές σωπαίνω όχι επειδή δεν έχω φωνή, αλλά επειδή φοβάμαι ότι δεν θα ακουστεί όπως πρέπει. Ένιωθα πως ζω λίγο πίσω από όλους, σαν να παρατηρώ τη ζωή αντί να συμμετέχω.
Δεν είχα τις ίδιες συνήθειες με τις φίλες μου. Δεν με γέμιζαν τα ίδια πράγματα, δεν με ενθουσίαζαν οι ίδιες συζητήσεις. Κάποιες φορές έλεγα κάτι που για μένα είχε βάθος, κάτι που είχα σκεφτεί πολύ, και με κοιτούσαν περίεργα. Σαν να μίλησα σε άλλη γλώσσα. Και τότε μάζευα τον εαυτό μου. Έμαθα να μικραίνω, να προσαρμόζομαι, να κρύβω όσα με έκαναν εμένα.
Τα βιβλία ήταν το καταφύγιό μου. Εκεί δεν χρειαζόταν να εξηγήσω γιατί είμαι έτσι. Εκεί ένιωθα λιγότερο ξένη. Μέσα στις σελίδες τους ειδικά σε εκείνες τις σκοτεινές, τις παράξενες, τις καφκικές έβρισκα σκέψεις που έμοιαζαν επικίνδυνα δικές μου. Και όταν έγραφα, όλα ησύχαζαν. Η δημιουργική γραφή έγινε ο μόνος τόπος όπου μπορούσα να υπάρχω χωρίς φόβο. Εκεί ένιωθα γαλήνη, έστω και για λίγο.
Υπήρξε μια περίοδος που η εσωστρέφειά μου με τρόμαζε. Πίστευα πως είναι κάτι που πρέπει να διορθώσω. Φοβόμουν τη γνώμη των άλλων, τα βλέμματα, τις σιωπές τους. Ντρεπόμουν να βγω έξω, να φανώ, να είμαι ο εαυτός μου. Ένιωθα πίεση να γίνω «όπως πρέπει», αλλιώς δεν θα χωρούσα πουθενά.

Και τότε, πρώτα ήρθε η σιωπή. Μια σιωπή αλλιώτικη. Όχι αυτή που πονά, αλλά αυτή που σταματά τον θόρυβο. Μέσα σε αυτή τη σιωπή, είδα φως. Όχι δυνατό, όχι ξαφνικό. Ένα ήσυχο φως, σαν σκέψη που επιμένει. Και σιγά σιγά όλα άρχισαν να αλλάζουν.
Τώρα ξυπνάω διαφορετικά. Όχι πάντα χωρίς σκέψεις, αλλά με καλοσύνη απέναντι στον εαυτό μου. Το φως που μπαίνει από το παράθυρο δεν με τρομάζει πια. Με βρίσκει έτοιμη. Ξυπνάω και δεν βιάζομαι να κριθώ. Δεν αναρωτιέμαι αν είμαι αρκετή. Ξέρω ότι είμαι.
Έμαθα να αγαπώ την εσωστρέφειά μου. Να τη βλέπω όχι σαν εμπόδιο, αλλά σαν δύναμη. Είναι ο τρόπος μου να νιώθω βαθιά, να σκέφτομαι δημιουργικά, να γράφω, να παρατηρώ. Δεν χρειάζεται να έχω τις ίδιες συνήθειες με όλους. Δεν χρειάζεται να με καταλαβαίνουν όλοι. Αρκεί να μην χάνω εγώ τον εαυτό μου.
Τώρα μένω σπίτι χωρίς ενοχές. Διαβάζω, γράφω, βλέπω ταινίες και δημιουργώ κόσμους. Και μέσα σε αυτούς τους κόσμους, βρίσκω τον δικό μου χώρο. Οι άλλοι ίσως να νομίζουν ακόμα πως με ξέρουν. Μα εγώ ξέρω εμένα. Και αυτό είναι αρκετό.
Η εφηβεία δεν είναι εύκολη. Είναι γεμάτη σκιές, φόβους και ερωτήματα. Αλλά είναι και μια ευκαιρία. Να μάθεις ότι δεν χρειάζεται να είσαι ίδιος με όλους. Ότι δεν χρειάζεται να πιέζεις τον εαυτό σου για να σε συμπαθήσουν. Η διαφορετικότητα δεν είναι βάρος. Είναι ταυτότητα.
Και τώρα, κάθε πρωί που ξυπνάω, το ξέρω...,
το φως δεν ήρθε γιατί άλλαξα για τους άλλους…
Ήρθε γιατί έμαθα να αγαπώ εμένα!